Από τα ηχεία ακουγόταν το Fly me to the moon, όταν λίγο μετά τον Λευκό Πύργο αντίκρισα μπροστά μου μία τεράστια ουρά από αυτοκίνητα. Δεν ήταν καθόλου ασυνήθιστο για απόγευμα Παρασκευής ένα τόσο μεγάλο μποτιλιάρισμα στην παραλιακή λεωφόρο. Αρκετοί οδηγοί, αγανακτισμένοι από το χάος που επικρατούσε στον δρόμο, πατούσαν επίμονα τις κόρνες, ενώ κάποιοι άλλοι φώναζαν δυνατά από τα κατεβασμένα παράθυρα.
Σε άλλη περίπτωση θα έχανα κι εγώ την ψυχραιμία μου, όμως ευτυχώς μόλις είχα αφήσει την κόρη μου στο φροντιστήριο και δεν βιαζόμουν ιδιαίτερα. Μπορεί να μην ταξίδευα στο φεγγάρι, όπως τραγουδούσε ο Sinatra, αλλά τουλάχιστον μπορούσα να απολαύσω την αγαπημένη μου μουσική σε όλη τη διαδρομή.
Οδηγώντας αργά στη μεσαία λωρίδα παρατηρούσα τον κόσμο και τους ποδηλάτες που απολάμβαναν τη βόλτα τους στη Νέα Παραλία, μέχρι που τα μάτια μου στάθηκαν στους τουρίστες που φωτογραφίζονταν στο γλυπτό με τις Ομπρέλες. Έκανα συχνά αυτή τη διαδρομή αλλά τώρα αντιλαμβανόμουν πόσο μαγευτική ήταν η πόλη μου. Σκέφτηκα πως τελικά υπάρχουν μικρές αλλά ουσιαστικές λεπτομέρειες γύρω μου που, αν τις έδινα την προσοχή που αξίζουν, θα μπορούσαν να ομορφύνουν την καθημερινότητά μου. Παρά τις δυσκολίες και τα προβλήματα, έχω ένα όνειρο για να μου υπενθυμίζει πως η ζωή έχει και την αισιόδοξη πλευρά της. Η λαχτάρα μου να κυκλοφορήσει το βιβλίο που έγραφα το τελευταίο διάστημα έχει δώσει άλλο νόημα στην ύπαρξή μου, παρόλο που ο Θάνος αντιδρούσε με παράπονα κάθε φορά που με έβλεπε να βυθίζομαι στον υπολογιστή.
Το κομφούζιο στον δρόμο συνεχιζόταν και ρίχνοντας μία ματιά στην ώρα χαμογέλασα ανεπαίσθητα· η μοίρα έκανε τα πάντα για να μην τον προλάβω στο σπίτι. Λογικά τώρα θα ετοιμαζόταν για το ιατρείο και δεν θα με πείραζε να έμενα για λίγο μόνη. Θυμάμαι παλιότερα ανυπομονούσα να βρίσκομαι κοντά του, όμως τα τελευταία χρόνια αισθάνομαι ένα χάσμα ανάμεσά μας. Με προβληματίζει μάλιστα που οι διαφωνίες μας έχουν αυξηθεί σε βαθμό που με φθείρουν και αφήνουν ένα κενό μέσα μου. Με τον καιρό έχω καταλάβει πως όταν επιστρέφω σπίτι από τη δουλειά, χρειάζομαι λίγα λεπτά γαλήνης μόνη μου. Έτσι, χαλαρώνω και αποφορτίζομαι και όταν αργότερα βρισκόμαστε όλοι μαζί είμαι πιο ήρεμη. Ούτε ξέρω πώς φτάνει το τέλος της ημέρας, έτσι όπως με τραβολογά ο καθένας για τα δικά του θέματα. Ύστερα, πέφτω στο κρεβάτι εντελώς εξαντλημένη, σαν να μου έχουν ρουφήξει όση ενέργεια είχα μέσα μου.
Συνέχιζα να κινούμαι αργά όπως τα λιγοστά σύννεφα που έβλεπα στον ουρανό. Κοιτώντας διακριτικά στο διπλανό αμάξι πρόσεξα μία καλοντυμένη κυρία που οδηγούσε με θλιμμένο ύφος, κι όπως ανοιγόκλεινε το στόμα της κατάλαβα πως συνομιλούσε με κάποιον στο bluetooth. Φυσικά δεν μπορούσα να καταλάβω τι έλεγε και ποιος ξέρει τι άκουσε από την άλλη γραμμή γιατί ξαφνικά σταμάτησε να μιλά κι άρχισε να κλαίει. Πόσο εγκλωβισμένη να νιώθει αυτή τη στιγμή, σκέφτηκα, χωρίς να γνωρίζω τι τη βασάνιζε. Κι εγώ το τελευταίο διάστημα αισθανόμουν παγιδευμένη στα πολλαπλά μέτωπα όπου έδινα μάχες καθημερινά.
Με αυτούς τους λογισμούς έφτασα στο φανάρι και μόλις άναψε πράσινο δυνάμωσα τη μουσική και συνέχισα να οδηγώ στον δρόμο που παρέλυε μπροστά μου.
Με το που άνοιξα την πόρτα του διαμερίσματος, παράτησα το σακάκι και την τσάντα μου στην άκρη και ξεφορτώθηκα τα παπούτσια που πίεζαν τα πόδια μου εδώ και ώρες. Εντελώς εξουθενωμένη βάδιζα προς τον καναπέ όταν άκουσα από τον διάδρομο βήματα που με έκαναν να παγώσω. Δευτερόλεπτα αργότερα η όψη του Θάνου μπροστά μου με καθησύχασε από τη σκέψη πως κάποιος άγνωστος μπορεί να είχε μπει στο σπίτι.
«Πού είσαι τόση ώρα;» ρώτησε κοφτά.
Η αρχή του «Για όσα τόλμησα», Εκδόσεις Ιβίσκος, 2024.



