Μπήκα στο ταξί με το πρώτο φως της αυγής. Έδεσα βιαστικά τη ζώνη και εξήγησα στον οδηγό ότι αν δεν έφτανα έγκαιρα στο αεροδρόμιο, θα έχανα την πτήση. Μάλλον είχα κλείσει το ξυπνητήρι στον ύπνο μου, χωρίς να το καταλάβω, αν και το βουητό του χτυπάει για δύο ολόκληρα λεπτά. Τώρα, το μόνο που με ένοιαζε ήταν ο χρόνος που έτρεχε αμείλικτα.
Ο ήλιος ανέβαινε αργά πάνω από την πόλη, ενώ στον καθρέφτη του παρμπρίζ, τα μάτια μου, πρησμένα από την εξαντλητική νύχτα, φανέρωναν την κούρασή μου. Ο οδηγός του ταξί προφανώς το κατάλαβε και με άφησε ήσυχη, αποφεύγοντας τις συνηθισμένες αμπελοφιλοσοφίες και ανιαρές ερωτήσεις που κάνουν πολλοί οδηγοί, για να γεμίσουν τη σιωπή. Μόλις φτάσαμε, μου έδωσε τη βαλίτσα και τον πλήρωσα αφήνοντάς του και τα ψιλά για φιλοδώρημα.
Ο ήχος από τα φθαρμένα ροδάκια της βαλίτσας μού θύμισε πως έπρεπε επιτέλους να την αντικαταστήσω. Ήταν δώρο της μαμάς και με είχε συντροφέψει σε αρκετά ταξίδια τα τελευταία χρόνια. Παρά το δέσιμο που είχα μαζί της, ανέβαλα συνεχώς την αγορά καινούριας, μιας και κάτι πιο επείγον έμπαινε πάντα στη μέση. Η καθημερινότητα μου άφηνε ελάχιστο προσωπικό χρόνο, που τελευταία είχε γίνει πια πολυτέλεια.
Στην είσοδο, οι γυάλινες πόρτες άνοιξαν μπροστά μου, λες και με επιβράβευαν που τα είχα καταφέρει να φτάσω λίγα λεπτά πριν την ώρα της πτήσης. Μπαίνοντας, με ξύπνησε για τα καλά ο ζωντανός παλμός που κάνει τα αεροδρόμια να μοιάζουν με πόλεις που δεν κοιμούνται ποτέ. Βάδιζα προς τον πίνακα αναχωρήσεων, σπρώχνοντας άθελά μου όποιον στεκόταν στον δρόμο μου. Κάποιοι γύριζαν απότομα, άλλοι με έβλεπαν με μάτια ορθάνοιχτα κι εγώ ζητούσα συγγνώμη δεξιά κι αριστερά. Επιτέλους έφτασα μπροστά στη φωτεινή οθόνη με τις παλάμες σφιγμένες και το βλέμμα μου να σαρώνει τις πτήσεις. Είδα τη δική μου για Βερολίνο να αναβοσβήνει με την ένδειξη DELAYED / ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ.
Τι ανακούφιση! Αναστέναξα για το άσκοπο τρέξιμο που έριξα από την ώρα που ξύπνησα νιώθοντας τους παλμούς μου να επανέρχονται στον κανονικό τους ρυθμό. Είχα μόνο τη βαλίτσα καμπίνας και την τσάντα με το λάπτοπ κι έτσι πέρασα τον έλεγχο, με τους υπαλλήλους να ακολουθούν τη γνώριμη διαδικασία σαν αργή ιεροτελεστία.
Προχωρούσα προς την πύλη παρατηρώντας τους ταξιδιώτες στα γύρω καφέ και εστιατόρια. Μερικοί ήταν απορροφημένοι στις ηλεκτρονικές συσκευές τους, άλλοι συμμετείχαν σε έντονες συζητήσεις, ενώ λίγο πιο πέρα, ένα ζευγάρι κοιτούσε ο ένας τον άλλον με βλέμματα που έσταζαν έρωτα. Πόσο θα ήθελα να απολαύσω έναν ζεστό καπουτσίνο, αλλά με την ώρα αναχώρησής μου αβέβαιη, προτίμησα να περιμένω στην αίθουσα της πύλης πριν μας καλέσουν για την απογείωση.
Βρήκα μια από τις ελεύθερες θέσεις και τακτοποίησα βιαστικά τα πράγματά μου. Πήρα μια βαθιά ανάσα, ανακουφισμένη που είχα φτάσει ως εδώ, παρόλο που η βαβούρα από φωνές, απαλή μουσική και ανακοινώσεις, αντηχούσε στο κεφάλι μου.
Τις τελευταίες μέρες είχα ξενυχτήσει διορθώνοντας τις λεπτομέρειες μιας σημαντικής παρουσίασης που θα παρουσίαζα αύριο στα κεντρικά γραφεία της εταιρείας που εργαζόμουν. Αν όλα είχαν πάει σύμφωνα με το αρχικό μου πλάνο, θα ήταν ήδη ολοκληρωμένα και δεν θα έτρεχα τελευταία στιγμή. Αλλά η μαμά μου – η κατά φαντασίαν ασθενής όπως συνήθιζα να την πειράζω – είχε άλλα σχέδια για μένα. Έπρεπε να τη συνοδεύω, αγκαζέ με τις εμμονές της, σε ιατρεία και κέντρα υγείας για εξετάσεις. Αυτό βέβαια είχε συμβεί αρκετές φορές και στο παρελθόν. Ευτυχώς τα αποτελέσματα ήταν πάντα καλά, αλλά αν δεν ξεκολλούσε από τις φοβίες της, δεν υπήρχε καμία περίπτωση να βρω ηρεμία.
Το ασταμάτητο πήγαιν’ έλα με είχε εξαντλήσει τόσο, που μετά από κάθε ιατρικό ραντεβού γύριζα στο σπίτι εξουθενωμένη. Παρ’ όλα αυτά, δούλευα ως αργά τη νύχτα για να καλύψω τον χαμένο χρόνο. Ποτέ όμως δεν της παραπονέθηκα. Και τι να της έλεγα; Ότι έφευγα από τη δουλειά με την ψυχή στο στόμα ή ότι μου έβγαινε το λάδι για να της φτιάξω την ψυχολογία, όταν η αγωνία της την έριχνε πιο χαμηλά κι από τον πυρήνα της γης; Δεν ήθελα με τίποτα να νιώσει τύψεις ή ενοχές. Αν καταλάβαινε πως εκείνη ήταν η αιτία για την αναστάτωση στη ζωή μου, θα ένιωθα ακόμα χειρότερα, αν και κάποιες φορές έφτανα στα όρια της έκρηξης. Όμως η λογική με συγκρατούσε, θυμίζοντάς μου να δω τα πράγματα πιο ψύχραιμα. Η μαμά ήταν ο πιο σημαντικός άνθρωπος στη ζωή μου. Επιπλέον, δεν είχε κανέναν άλλον δίπλα της κι εγώ δεν είχα το περιθώριο να κάνω πίσω, ακόμη κι όταν ένιωθα να λυγίζω.
Όταν η φωνή μιας υπαλλήλου ακούστηκε από τα ηχεία, το μυαλό μου έμοιαζε με όχημα που φρενάρει απότομα. Ανακοίνωνε ότι το αεροπλάνο που θα πετούσε για Βερολίνο είχε τεχνικό πρόβλημα, κάτι που θα προκαλούσε σημαντική καθυστέρηση στην πτήση. Ο χώρος βούισε από παράπονα και αναστεναγμούς. Τα βλέμματά μας διασταυρώνονταν, ψάχνοντας κουράγιο ο ένας στον άλλον, μόνο που η προσοχή όλων στράφηκε σε μια ηλικιωμένη γυναίκα που σηκώθηκε απότομα, γεμάτη ταραχή. Αντιστεκόταν πεισματικά να ταξιδέψει με το ίδιο αεροπλάνο ακόμη και αν διορθωνόταν το πρόβλημα. Ήταν ξεκάθαρο πως ήθελε να ελέγξει κάτι που την ξεπερνούσε, θυμίζοντάς μου πώς αισθάνομαι όταν κάτι ξεφεύγει από τον έλεγχό μου. Μία υπάλληλος έτρεξε κοντά της για να την ηρεμήσει, κι εγώ σκύβοντας το κεφάλι, άφησα τη σκηνή να ξεθωριάσει στα μάτια μου.
Είδα την ώρα, ήταν ακόμα νωρίς για να καλέσω τη μαμά. Έτσι της έστειλα ένα μήνυμα ενημερώνοντάς την για την καθυστέρηση. Δεν πρόλαβα να αφήσω το κινητό στην άκρη, αφού με καλούσε η ίδια.
Η αρχή του «Πώς να σε συγχωρήσω;», Εκδόσεις Ιβίσκος, 2026.


